Page Nav

HIDE
HIDE_BLOG

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ:

latest

«Νόμιζα πως δεν θα αντέξω…»

Ελληνας στρατιώτης γράφει επιστολή πάνω στο κοντάκι του τυφεκίου του, στο αλβανικό μέτωπο. Στην τρυφερή αλληλογραφία του ζεύγους Φορμόζη, εκ...

Ελληνας στρατιώτης γράφει επιστολή πάνω στο κοντάκι του τυφεκίου του, στο αλβανικό μέτωπο. Στην τρυφερή αλληλογραφία του ζεύγους Φορμόζη, εκείνος είναι ο «Λαλάκος» και εκείνη το «Σμαράκι». Συνολικά διεσώθησαν 12 επιστολικά δελτάρια. [Credit: A.P. Photo]
Ελληνας στρατιώτης γράφει επιστολή πάνω στο κοντάκι του τυφεκίου του, στο αλβανικό μέτωπο. Στην τρυφερή αλληλογραφία του ζεύγους Φορμόζη, εκείνος είναι ο «Λαλάκος» και εκείνη το «Σμαράκι». Συνολικά διεσώθησαν 12 επιστολικά δελτάρια. [Credit: A.P. Photo]

Ο Παντελής Φορμόζης γράφει από το μέτωπο στο «λατρεμένο Σμαράκι» του. Η αλληλογραφία ενός ζευγαριού το 1940-41 που βρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Και η φιλία τους με ένα Γερμανό στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη.

Το πρώτο επιστολικό δελτάριο του φακέλου φέρει ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 1940. Δεκαεννέα ημέρες μετά το «Οχι» του Μεταξά, ο στρατιώτης Παντελής Φορμόζης ετοιμάζεται να αναχωρήσει για το αλβανικό μέτωπο και γράφει στο αγαπημένο του «Σμαράκι»: «Λατρεμένη μου γυναικούλα μου. Και σήμερα μπόρεσα να σου γράψω. Είμαι πολύ καλά, μόνο που δεν μπορώ να έχω γραμματάκια σου για δυο τρεις ημέρες. Σ’ όλους στέλνω χίλια φιλιά και σε εσένα όλη μου τη λατρεία. Ο Λαλάκος σου». Στην μπροστινή όψη του δελταρίου, δίπλα στο όνομά του, αναγράφεται η ένδειξη της μονάδας, ένας αριθμητικός κωδικός που συνδέεται με το 29ο Σύνταγμα Πεζικού. Για λόγους ασφαλείας, απαγορευόταν στους στρατιώτες να αποκαλύπτουν τη μονάδα στην οποία υπηρετούσαν ή τη θέση της.

Μία ημέρα μετά, στις 17 Νοεμβρίου, ο Φορμόζης αναχωρεί για το μέτωπο. Τους επόμενους μήνες, το ζευγάρι αλληλογραφεί συνεχώς. Εκείνη βρίσκεται στην Αθήνα, σε ένα διαμέρισμα μιας επιβλητικής πολυκατοικίας στην Πατησίων 50, και περιμένει με αγωνία τα νέα του. «Ολο το πρωινό μου το αφιερώνω σε εσένα με το να περιμένω το ταχυδρομείο. Μετά σου γράφω». Η αλληλογραφία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον σύζυγό της. Γράφει και σε αξιωματικούς, αναζητώντας πληροφορίες για την κατάστασή του. Αργότερα, όταν ο Παντελής νοσηλεύεται στα Ιωάννινα, επικοινωνεί με τους γιατρούς και με την πρόεδρο της «Φανέλλας του Στρατιώτου», η οποία τον φρόντιζε.

Τα επιστολικά δελτάρια θα ακολουθήσουν κι εκείνα μια δική τους διαδρομή. Δώδεκα από αυτά θα βρεθούν, άγνωστο πώς, στα χέρια του παλαιοβιβλιοπώλη Κωνσταντίνου Σπανού. Εκείνος θα τα πουλήσει τον Δεκέμβριο του 1978 στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Θα παραμείνουν για δεκαετίες στο αρχειοστάσιο του υπογείου, μέχρι που, 86 χρόνια μετά την αποστολή τους, έρχονται ξανά στο φως, αποκαλύπτοντας την ιστορία ενός «άγνωστου στρατιώτη» και της γυναίκας που τον περίμενε στην Αθήνα.


«Νόμιζα πως δεν θα αντέξω…»


Από τα δελτάρια προκύπτουν ελάχιστες πληροφορίες για το ποιοι ήταν ο Παντελής και η Σμαρώ Φορμόζη. Καταλαβαίνουμε πως ήταν μορφωμένοι, με δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη. Ενας καλός του φίλος στέλνει κάρτα από το ιστορικό βιβλιοπωλείο του Μόλχο, στην οδό Τσιμισκή, μεταφέροντας χαιρετισμούς από τον ίδιο, τον Μόλχο και «τα παιδιά του γραφείου». Σε άλλη επιστολή, αξιωματικός της μονάδας γράφει στη Σμαρώ με θαυμασμό για τον σύζυγό της που πολεμάει: «Είθε όλοι οι μορφωμένοι να ακολουθήσουν το παράδειγμά του».

Αναζητώντας στοιχεία για τη ζωή του, εντοπίσαμε τη μελέτη «Μουσουργοί της Θράκης» των Γιώργου Κωνστάντζου, Θωμά Ταμβάκου και Αθανασίου Τρικούπη. Σε αυτήν, οι συγγραφείς αναφέρονται σε αυτόγραφο βιογραφικό σημείωμα του Φορμόζη: Γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1902. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1928 διορίστηκε διευθυντής της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αργότερα βρέθηκε στη Χαϊδελβέργη, όπου σπούδασε μουσική θεωρία, σύνθεση και μουσικολογία, παράλληλα με αρχαία ελληνική και λατινική φιλολογία και φιλοσοφία. Το 1939 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επιστράτευσή του, φτάνει στο Πόγραδετς. Εκεί, η μονάδα του καταλαμβάνει ένα στρατηγικής σημασίας ύψωμα. Οι συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολες. Σε επιστολή του, όμως, στις 3 Φεβρουαρίου 1941, ο Παντελής προσπαθεί να καθησυχάσει τη Σμαρώ: «Να μην ανησυχείς, χρυσό μου, για εμένα, γιατί είμαι καλά και αντέχω ευτυχώς σ’ όλα». Της περιγράφει τις νύχτες στο ύπαιθρο, το κρύο και την υγρασία. «Οταν στην αρχή της πορείας μας κοιμήθηκα μέσα σε βαμβάκι άγριο γεμάτο νερά, νόμιζα πως δεν θα αντέξω δεύτερη νύχτα». Τώρα, όμως, έχει συνηθίσει.

Η πρώτη επιστολή της Σμαρώς που έχει διασωθεί αποστέλλεται στα τέλη Φεβρουαρίου του ’41. Εχουν περάσει επτά ημέρες χωρίς νέα του και η ανησυχία της είναι μεγάλη. «Ευτυχώς πήρα τις προηγούμενες κάρτες, όπου με ειδοποιείς για την καθυστέρηση αυτή, και έχω παρηγοριά (…) Ας είσαι καλά και όλα θα τα υπομείνουμε». Εκείνες τις ημέρες, ο Φορμόζης βρίσκεται στην περιοχή της Κλεισούρας, όπου στις 9 Μαρτίου σημειώνονται σκληρές μάχες. Λίγες ημέρες αργότερα, ο 39χρονος τότε στρατιώτης βρίσκεται στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων.

«Περάσαμε μεγάλη στενοχώρια, καλέ μου Λαλάκο. Πολύ μεγαλύτερη όμως εγώ, που ξέρεις πόσο πολύτιμος μου είσαι», του γράφει η Σμαρώ. «Ας είναι, ο Θεός να σε κάνει γρήγορα καλά κι αυτό θα γίνει αφορμή τώρα, αγαπημένε μου αντρούλη, να ξεκουραστείς λιγάκι από τις τόσες ταλαιπωρίες». Τι ακριβώς του συνέβη δεν προκύπτει από τα γράμματα. Από το νοσοκομείο, όμως, διαβεβαιώνουν τη Σμαρώ ότι η ανάρρωσή του εξελίσσεται ομαλά. Εκείνη του στέλνει 500 δραχμές με ταχυδρομική επιταγή, «το μεγαλύτερο ποσό που δέχονται», και περιμένει με αγωνία μια δική του καρτούλα «από το χέρι του για να βεβαιωθεί με τα ίδια της τα μάτια ότι πραγματικά είναι καλύτερα». Της γράφουν πως ο Παντελής δεν ήθελε να ζητήσει αναρρωτική άδεια. Εκείνη ανακουφίζεται όταν την ενημερώνουν, στα τέλη Μαρτίου, πως σε λίγες ημέρες θα βρίσκεται κοντά της.


Επιστροφή στη Θεσσαλονίκη

Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να τελειώσει εδώ. Από τις επιστολές που διασώθηκαν δεν μαθαίνουμε εάν ο Παντελής επέστρεψε τελικά από το μέτωπο, πώς έζησαν τα χρόνια της Κατοχής ή τι απέγιναν μετά τον πόλεμο. Τις απαντήσεις δίνει η πολυετής έρευνα των Γερμανών ιστορικών Χάικε Χριστίνα Μέτσινγκ και Ντίτερ Ντόβε για τον Γκέοργκ Εκερτ, διοικητικό υπάλληλο της Βέρμαχτ και επικεφαλής του γερμανικού ναυτικού μετεωρολογικού σταθμού στη Θεσσαλονίκη.

Στα τέλη Φεβρουαρίου του ’41, η Σμαρώ ανησυχεί. Εχουν περάσει επτά ημέρες χωρίς νέα του Παντελή. «Ευτυχώς πήρα τις προηγούμενες κάρτες, όπου με ειδοποιείς για την καθυστέρηση αυτή, και έχω παρηγοριά (…) Ας είσαι καλά και όλα θα τα υπομείνουμε», του γράφει.

Μέσα από τις επιστολές του Εκερτ προς τη σύζυγό του αναδύονται ξανά και ξανά οι μορφές και οι ιστορίες του Παντελή και της Σμαρώς. Αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για το ζευγάρι, οι Γερμανοί ιστορικοί ταξίδεψαν και στη Θεσσαλονίκη. Το 2018, η Μέτσινγκ δημοσίευσε τη βιογραφία του Εκερτ, ενώ το 2025 οι δυο τους εξέδωσαν την αλληλογραφία με τη σύζυγό του, φωτίζοντας, μεταξύ άλλων, αυτή την απροσδόκητη φιλία.

Σύμφωνα με την έρευνά τους, οι δύο άνδρες, ο Ελληνας και ο Γερμανός, γνωρίστηκαν το 1941 στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σε μία από τις πρώτες συναντήσεις, ο Φορμόζης αφηγήθηκε στον Εκερτ όσα είχε ζήσει στο αλβανικό μέτωπο: Πως, μαζί με επτά ακόμη στρατιώτες, είχαν αιχμαλωτίσει 200 Ιταλούς. «Οι Ιταλοί πολεμούσαν απρόθυμα», του είχε εξηγήσει. «Γιατί να καταλάβουμε εμείς την Ελλάδα, αφού μετά έτσι κι αλλιώς θα την έχουν οι Γερμανοί;» θυμόταν να αναρωτιούνται οι ίδιοι οι Ιταλοί. Στο μέτωπο, του είχε πει, είχε τραυματιστεί ελαφρά και γι’ αυτό δεν πολέμησε εναντίον των Γερμανών.


«Νόμιζα πως δεν θα αντέξω…»


Σύντομα ο Εκερτ γνώρισε και τη σύζυγο του Φορμόζη, την Αθηναία Σμαράγδα, που μιλούσε επίσης άριστα γερμανικά. Αρχισε να τους επισκέπτεται στο μικρό τους διαμέρισμα στην οδό Τρικούπη 127. Για τον Εκερτ ήταν «το μοναδικό πραγματικά καλαίσθητο σπίτι που είχε δει στη Θεσσαλονίκη», γεμάτο βιβλία, παρτιτούρες και εκμαγεία αρχαίων αγαλμάτων. Καθώς οι συνθήκες της Κατοχής γίνονταν ολοένα και δυσκολότερες, ο Εκερτ τους εξασφάλιζε, όποτε μπορούσε, τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης, ενώ η Σμαρώ μαγείρευε συχνά για όλους. Παρά τις συνθήκες, ξεκίνησαν και οι τρεις λαογραφική έρευνα, επισκεπτόμενοι χωριά της Μακεδονίας και καταγράφοντας τραγούδια, παραμύθια και τοπικά έθιμα. Με τον καιρό, δέθηκαν πραγματικά. Σε μία από τις επιστολές, ο Εκερτ περιγράφει ένα ιδιαίτερα προσωπικό δώρο που δέχθηκε από το ζευγάρι: ένα φυλαχτό που ο Παντελής κρατούσε στο αλβανικό μέτωπο και πίστευε ότι τον είχε προστατεύσει. Το κειμήλιο (θραύσμα από τον Τίμιο Σταυρό και αγιασμένο χώμα από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου) μοιράστηκε στα δύο και η Σμαρώ έραψε το ένα μισό στη στολή του Εκερτ, στο ύψος της καρδιάς του.

Σε μία από τις συναντήσεις τους, ο Φορμόζης μίλησε στον Εκερτ για όσα έζησε στο μέτωπο: «Οι Ιταλοί πολεμούσαν απρόθυμα», θυμόταν, μεταφέροντας χαρακτηριστική αντίδρασή τους: «Γιατί να καταλάβουμε εμείς την Ελλάδα, αφού μετά έτσι κι αλλιώς θα την έχουν οι Γερμανοί;».

«Η φιλία τους ήταν καθοριστική για τον Εκερτ. Τον άλλαξε ως άνθρωπο, τον έκανε να δει τον κόσμο διαφορετικά», εκτιμά η Μέτσινγκ. Μέσα από τη σχέση τους, ο Γερμανός γνωρίζει καλύτερα την καθημερινότητα της κατεχόμενης Ελλάδας, ενώ αναπτύσσει επαφές με Ελληνες και Εβραίους και προσπαθεί να βοηθήσει ανθρώπους που κινδυνεύουν.


Ενας Γερμανός στην Αντίσταση

Το φθινόπωρο του 1944, ο Εκερτ περνάει στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Οι μυστικές συναντήσεις που είχαν προηγηθεί στο διαμέρισμα των Φορμόζη οδήγησαν στη συγκρότηση της αντιναζιστικής επιτροπής «Ελεύθερη Γερμανία» για τη Μακεδονία, με επικεφαλής τον ίδιο. Λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1945, αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη και ο Παντελής τον συνοδεύει στο αεροδρόμιο.


Επιστολή του Παντελή Φορμόζη προς τη σύζυγό του Σμαρώ, σταλμένη από το μέτωπο στη διεύθυνση του σπιτιού τους στην Αθήνα, Πατησίων 50, αλλά με παραλήπτη έναν οφθαλμίατρο, γείτονα και φίλο του ζεύγους
Επιστολή του Παντελή Φορμόζη προς τη σύζυγό του Σμαρώ, σταλμένη από το μέτωπο στη διεύθυνση του σπιτιού τους στην Αθήνα, Πατησίων 50, αλλά με παραλήπτη έναν οφθαλμίατρο, γείτονα και φίλο του ζεύγους.


Οι Γερμανοί ερευνητές εντόπισαν έναν ανιψιό του ζευγαριού, ο οποίος τους επιβεβαίωσε πως δεν απέκτησαν παιδιά και ότι, μετά το 1965, μετακόμισαν για ένα διάστημα στη Βιέννη. Για τα επόμενα χρόνια της ζωής τους, οι πληροφορίες παραμένουν λιγοστές. Σημαντικό τμήμα της επαγγελματικής διαδρομής του Φορμόζη, ωστόσο, σώζεται σήμερα στη Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου: οκτώ κούτες με παρτιτούρες, σημειώσεις, βιβλία και αλληλογραφία από τα χρόνια κατά τα οποία διετέλεσε διευθυντής της βιβλιοθήκης. Τις παρέδωσε ο ίδιος, κάποια στιγμή πριν από τον θάνατό του το 1985.


Πηγή: Μ. Κακαουνάκη, Καθημερινή


Δεν υπάρχουν σχόλια