Page Nav

HIDE
HIDE_BLOG

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ:

latest

Τάφος 2.000 ετών αποκαλύπτει τον λαό που ίσως ενέπνευσε τον μύθο των Αμαζόνων

Ο χώρος όπου εντοπίστηκε ο τάφος. Ο κύκλος υποδεικνύει τη θέση του. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)] Ομάδα του Ινστιτούτου Αρχαιολογ...

Ο χώρος όπου εντοπίστηκε ο τάφος. Ο κύκλος υποδεικνύει τη θέση του. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]
Ο χώρος όπου εντοπίστηκε ο τάφος. Ο κύκλος υποδεικνύει τη θέση του. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]

Ομάδα του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας εντόπισε τον τάφο ενός ένοπλου ιππέα, ο οποίος είχε ταφεί μεταξύ του 1ου αιώνα π.Χ. και του 1ου αιώνα μ.Χ., στο εσωτερικό ενός κατά πολύ παλαιότερου τύμβου. Πιθανότατα ανήκε στους Ρωξολάνους, τη σαρματική φυλή που αργότερα θα συγκρουόταν με τη Ρώμη στον Δούναβη και της οποίας οι γυναίκες πολεμίστριες ενδέχεται να συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ελληνικού μύθου των Αμαζόνων.

Οι αρχαιολόγοι δεν αναζητούσαν έναν Σαρμάτη. Όταν άνοιξαν τον τύμβο κοντά στην Αζοφική Θάλασσα, περίμεναν να βρουν τάφους της Εποχής του Χαλκού, και βρήκαν πολλούς: συνολικά τριάντα έναν.


Ο τόπος ταφής του πολεμιστή. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]
Ο τόπος ταφής του πολεμιστή. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]

Ωστόσο, ένας τάφος δεν ταίριαζε με τους υπόλοιπους. Στο εσωτερικό του βρισκόταν ένας άνδρας στα τέλη της δεύτερης ή στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, ξαπλωμένος σε ύπτια θέση, με τα χέρια στα πλευρά του, ένα σιδερένιο εγχειρίδιο δεμένο στον δεξιό μηρό και μια πήλινη οινοχόη δίπλα του.

Είχε ταφεί περίπου δύο χιλιάδες χρόνια μετά τους γείτονές του στον τύμβο και ανήκε σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο: στις νομαδικές ιππικές κοινωνίες της στέπας, οι οποίες επρόκειτο αργότερα να αμφισβητήσουν τη ρωμαϊκή στρατιωτική ισχύ και να συγκρουστούν με τις ρωμαϊκές λεγεώνες.


Ένας «εισβολέας» σε ένα νεκροταφείο 3.000 ετών

Το εύρημα ανασκάφηκε το 2018 και το 2019 και μόλις πρόσφατα δημοσιεύθηκε στο ουκρανικό περιοδικό Archaeology and Early History of Ukraine από τους Yurii Boltryk και Olena Fialko, του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας. Προέρχεται από την Arabatska Spit, τη στενή, μήκους άνω των 100 χιλιομέτρων, αμμώδη λωρίδα γης που χωρίζει την Αζοφική Θάλασσα από τη λιμνοθάλασσα Syvash, κοντά στο χωριό Shchaslyvtseve, στην ουκρανική περιφέρεια της Χερσώνας.

Εκεί, σε ένα οροπέδιο που μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες ήταν καλυμμένο με αμπελώνες, τέσσερις ταφικοί τύμβοι εκτείνονται σε μία γραμμή μήκους 1,68 χιλιομέτρων, με προσανατολισμό μεταξύ της θάλασσας και της λιμνοθάλασσας. Ο δεύτερος από αυτούς, τον οποίο οι ερευνητές αποκαλούν συμβατικά Τύμβο 1, αποδείχθηκε ότι έκρυβε πολύ περισσότερη ιστορία απ’ όση θα υπέθετε κανείς από το σχετικά μικρό του μέγεθος.


Τα κτερίσματα ενός ιππέα της στέπας

Πριν φτάσουμε στον πολεμιστή, αξίζει να σταθούμε λίγο στον ίδιο τον τύμβο. Αρχικά είχε ύψος μόλις περίπου 1,3 μέτρα, με διάμετρο βάσης περίπου 42 μέτρα, διαστάσεις που είχαν ήδη αλλοιωθεί από αιώνες άροσης. Σύμφωνα με τους ανασκαφείς, η γεωργική καλλιέργεια, η οποία είχε εισχωρήσει περίπου μισό μέτρο στο έδαφος, είχε ισοπεδώσει το περίγραμμα του τύμβου και είχε διευρύνει τη βάση του κατά περίπου 10 μέτρα.

Κάτω από το διαταραγμένο ανώτερο στρώμα του εδάφους, τα στρώματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν τομή στην προϊστορία της στέπας. Η αρχική ταφή, εκείνη που έδωσε την απαρχή στον τύμβο, ανήκε στον πολιτισμό Yamnaya (γνωστό και ως πολιτισμός των Λακκοειδών Τάφων), στις ποιμενικές κοινωνίες που, γύρω στο 3000 π.Χ., συγκαταλέγονταν στους πρώτους ανθρώπινους πληθυσμούς οπουδήποτε στον κόσμο που κατασκεύασαν αυτού του είδους τους ταφικούς τύμβους. Πρόσφατες έρευνες αρχαίου DNA τους έχουν συνδέσει με σημαντικό μέρος της γενετικής καταγωγής των σημερινών Ευρωπαίων.


Το εγχειρίδιο που βρέθηκε στον τάφο. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]
Το εγχειρίδιο που βρέθηκε στον τάφο. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]


Πάνω και γύρω από εκείνον τον αρχικό τάφο, γενιά με τη γενιά, προστέθηκαν ταφές του πολιτισμού Catacomb, του πολιτισμικού κύκλου Babyne και του πολιτισμού Srubnaya, ή «πολιτισμού των Ξύλινων Τάφων», συνολικά 36 ταφές, που καλύπτουν εξαιρετικά διαφορετικές εποχές. Δύο από τις πλέον πρόσφατες ανήκουν σε μεσαιωνικούς νομάδες.

Μέσα σε αυτή τη μακρά ακολουθία, ο Τάφος αρ. 1, του ένοπλου πολεμιστή, αποτελεί την εξαίρεση. Διανοίχθηκε πολύ αργότερα, σχεδόν στην κορυφή του τύμβου, επαναχρησιμοποιώντας μια υπερύψωση του εδάφους που υπήρχε ήδη επί χιλιετίες. Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο για την περιοχή: οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η τοποθέτηση νέων τάφων πάνω σε παλαιότερους, άσχετους μεταξύ τους τύμβους ήταν συνηθισμένη πρακτική μεταξύ των πρώιμων Σαρματών βόρεια του Εύξεινου Πόντου. Πρόκειται για ένα μοτίβο που ταιριάζει σε έναν λαό ο οποίος μετακινούνταν διαρκώς μαζί με τα κοπάδια του και ενδέχεται να θεωρούσε αυτές τις προϋπάρχουσες υπερυψώσεις του εδάφους ως εδαφικά ορόσημα που είχαν ήδη καταστεί ιερά από άλλους πληθυσμούς.

Ο ίδιος ο τάφος ήταν απλός και στενός: περίπου 1,8 × 0,6 μέτρα και βάθους μικρότερου του μισού μέτρου. Ο συνηθέστερος τύπος ταφικού λάκκου που χρησιμοποιούσαν οι Σαρμάτες καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους. Το σώμα είχε τοποθετηθεί πάνω σε οργανικό, καστανόχρωμο υπόστρωμα, πιθανώς φλοιό, καλυμμένο με ένα λεπτό υπόλευκο στρώμα, συνδυασμός που οι ερευνητές έχουν τεκμηριώσει και σε άλλους σαρματικούς τάφους στην ίδια περιοχή, κοντά στα χωριά Hromivka και Lvove.

Η πιο χαρακτηριστική λεπτομέρεια είναι ο προσανατολισμός του σώματος: το κεφάλι ήταν στραμμένο προς τα βορειοδυτικά. Αυτό μπορεί να ακούγεται ασήμαντο, όμως για τους ειδικούς στη σαρματική αρχαιολογία προσεγγίζει ένα είδος εθνοπολιτισμικού δείκτη. Στις πεδιάδες μεταξύ των ποταμών Δνείπερου και Δον, οι τάφοι με βόρειο προσανατολισμό είναι περισσότεροι από εκείνους με νότιο προσανατολισμό, οι οποίοι είναι χαρακτηριστικότεροι για τις ανατολικότερες περιοχές.

Ο βόρειος αυτός προσανατολισμός, σε ταφές που χρονολογούνται μεταξύ του 2ου αιώνα π.Χ. και του 1ου αιώνα μ.Χ., συνδέεται συνήθως με τους Ρωξολάνους, τον σαρματικό κλάδο που, σύμφωνα με τους κλασικούς συγγραφείς, ήλεγχε εκείνη την εποχή την περιοχή μεταξύ του Δνείπερου και του Δον, γνωστών στους Έλληνες ως Βορυσθένης και Τάναϊς αντίστοιχα. Πρόκειται για την ίδια φυλή που, μερικές δεκαετίες αργότερα, θα διέσχιζε τον Δούναβη για να επιτεθεί στα ρωμαϊκά σύνορα και η οποία τελικά θα υπηρετούσε και τη Ρώμη ως βοηθητικό ιππικό, με μονάδες που έχουν καταγραφεί ακόμη και στη ρωμαϊκή Βρετανία.

Η σύγχρονη άροση δεν φέρθηκε με επιείκεια στα κτερίσματα του τάφου. Το σιδερένιο εγχειρίδιο, με λαβή τετράγωνης διατομής και δακτυλιόσχημη απόληξη, είχε μετακινηθεί από την αρχική του θέση, όμως οι διαστάσεις του διατηρούνται: περίπου 45–47 εκατοστά συνολικού μήκους, με λεπίδα μήκους περίπου 30 εκατοστών. Κάτω από τη λεπίδα σώζονταν ίχνη ξύλινης θήκης.


Στήλη με σύμβολο tamga που βρέθηκε στην Όλβια. [Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]
Στήλη με σύμβολο tamga που βρέθηκε στην Όλβια. 
[Credit: Boltryk, Y., Fialko, O. (2026)]

Το στενό, επιμήκες σχήμα του, κατασκευασμένο για νύξη και όχι για πλήγματα κοπής, το κατατάσσει μεταξύ των εγχειριδίων με δακτυλιόσχημη απόληξη, από τα οποία, έως το 2015, ήταν γνωστά περίπου 95 παραδείγματα σε ολόκληρη την περιοχή του βόρειου Ευξείνου Πόντου. Οι παλαιότερες εκδοχές αυτού του όπλου, τις οποίες ορισμένοι ερευνητές συνδέουν με επιρροές από ανατολικότερες περιοχές της στέπας, χρονολογούνται περίπου στην αλλαγή της εποχής. Συνήθως φοριόταν στον δεξιό μηρό, προσαρτημένο σε ζωστήρα ξίφους, ακριβώς όπως βρέθηκε και εδώ.

Στα πόδια του άνδρα, τοποθετημένα πάνω στα σκέλη του, βρίσκονταν ένα πόδι και μία ωμοπλάτη αρνιού, διατροφικό κτέρισμα για το ταξίδι στη μετά θάνατον ζωή, μαζί με ένα σιδερένιο μαχαίρι. Δίπλα του βρισκόταν μία μονόωτη πήλινη οινοχόη, ύψους 20,5 εκατοστών, με ψηλό λαιμό και επίπεδη βάση. Παρόμοιες οινοχόες είναι γνωστές από σαρματικές θέσεις στην περιοχή του Kuban και γύρω από το Dnipropetrovsk, ορισμένες από τις οποίες βρέθηκαν μαζί με χάλκινες πόρπες κεντροευρωπαϊκού τύπου, που βοηθούν στη χρονολόγηση τέτοιων αντικειμένων στον 2ο–1ο αιώνα π.Χ. Συγκρίνοντας αυτά τα παράλληλα ευρήματα, οι Boltryk και Fialko τοποθετούν την ταφή σε ένα ευρύ χρονολογικό πλαίσιο μεταξύ του 1ου αιώνα π.Χ. και του 1ου αιώνα μ.Χ.


Αλάτι, γλυκό νερό και ένας λίθος με σαρματικό σύμβολο

Η μελέτη δεν περιορίζεται στον σκελετό και τα κτερίσματα του τάφου. Μερικές εκατοντάδες μέτρα από τον τύμβο βρίσκεται η ροδόχρωμη αλυκή του Genichesk, έναν πόρο που οι τοπικές κοινότητες εκμεταλλεύονται επί μακρόν, ενώ κάτω από το βόρειο τμήμα της αμμώδους λωρίδας βρίσκεται ένα μεγάλο υπόγειο απόθεμα γλυκού νερού. Όποιος ήλεγχε αυτό το τμήμα της Arabatska Spit,  υποστηρίζουν οι συγγραφείς, ήλεγχε δύο πόρους σπάνιους σε οποιαδήποτε περιοχή της στέπας: το αλάτι και το πόσιμο νερό, ακριβώς πάνω στον διάδρομο που συνέδεε το Βασίλειο του Βοσπόρου (ένα αρχαίο ελληνικό κράτος στις ακτές της Κριμαίας, που δεν πρέπει να συγχέεται με τον πορθμό του Βοσπόρου κοντά στην Κωνσταντινούπολη) με τους οικισμούς στον κάτω ρου του Δνείπερου.

Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από ένα παλαιότερο εύρημα, άσχετο με τη συγκεκριμένη ανασκαφή, το οποίο όμως οι συγγραφείς παραθέτουν ως μέρος του ίδιου παζλ: μία σκυθική στήλη του 4ου αιώνα π.Χ., απλή και χωρίς διακόσμηση, που βρέθηκε δύο χιλιόμετρα νοτιότερα, κοντά σε ένα άλλο σύνολο τύμβων της Εποχής του Χαλκού. Κάποια μεταγενέστερη χρονική στιγμή, κάποιος χάραξε στην επιφάνειά της ένα tamga, ένα από τα χαρακτηριστικά φυλετικά ή γενεαλογικά σύμβολα που χρησιμοποιούσαν οι Σαρμάτες για να σηματοδοτούν αντικείμενα και εδάφη.

Το σύμβολο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνο που είχε καταγράψει το 1959 η ερευνήτρια Elena Solomonik ανάμεσα στα σημάδια πάνω σε έναν από δύο μαρμάρινους λέοντες από τύμβο κοντά στην Όλβια, την αρχαία ελληνική αποικία στον Εύξεινο Πόντο, οι οποίοι σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης. Ούτε η αρχική χρήση της στήλης ούτε η σημασία του tamga έχουν αποσαφηνιστεί. Οι συγγραφείς εικάζουν ότι μπορεί να σηματοδοτούσε μια έκτοτε εξαφανισμένη διάβαση ή να δήλωνε δικαιώματα πάνω σε πηγή γλυκού νερού. 'Ομως παρουσιάζουν την άποψη αυτή ως ανοικτή υπόθεση και όχι ως οριστικό συμπέρασμα.



Μια ταυτότητα που παραμένει, εν μέρει, υπόθεση

Ακόμη και οι ίδιοι οι συγγραφείς είναι προσεκτικοί και δεν θεωρούν την υπόθεση οριστικά αποδεδειγμένη. Επισημαίνουν ότι η απουσία κάποιου αντικειμένου με αυστηρή χρονολογική ένδειξη, όπως μία πόρπη ή ένα νόμισμα, καθιστά αδύνατη την ακριβή χρονολόγηση της ταφής σε συγκεκριμένο έτος και ότι η απόδοση της ταφής στους Ρωξολάνους βασίζεται στη σύγκλιση πολλών ενδείξεων: τη στάση του σώματος, τον προσανατολισμό, τον τύπο του όπλου και τα παράλληλα ευρήματα από άλλες ταφές της περιοχής και όχι σε κάποιο μοναδικό, αδιαμφισβήτητο τεκμήριο.

Αυτό που απομένει τελικά είναι το πορτρέτο ενός πολεμιστή του οποίου το όνομα δεν θα γίνει ποτέ γνωστό, τοποθετημένου στο σημείο συνάντησης ανάμεσα στην προϊστορία της στέπας και στους πρώτους αιώνες κατά τους οποίους Έλληνες, Ρωμαίοι και οι νομαδικοί λαοί του Ευξείνου Πόντου άρχισαν να αφήνουν γραπτές μαρτυρίες ο ένας για τον άλλον.

Γενιές πριν από αυτόν, ο τύμβος κάτω από τον οποίο θάφτηκε είχε ήδη δεχθεί τους κτηνοτρόφους του πολιτισμού Yamnaya, τους ίδιους ανθρώπους των οποίων το DNA εξακολουθεί να βοηθά τους ερευνητές να ανιχνεύουν τον τρόπο με τον οποίο οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες έφτασαν στην Ευρώπη.


Διαβάστε εδώ τη σχετική επιστημονική δημοσίευση.

Boltryk, Y., Fialko, O. (2026). Sarmatian warrior burial in a barrow on the Arabatska spit. Archaeology and Early History of Ukraine, (2(59), 96–106. doi.org/10.37445/adiu.2026.02.07


Πηγή: LBV Magazine


Δεν υπάρχουν σχόλια